×

ΟΡΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ (GDPR)

Η παρούσα ιστοσελίδα tokrimini.gr χρησιμοποιεί cookies για την αναγνώριση των επισκεπτών της. Είναι αναγκαία διαδικασία για την προστασία των προσωπικών δεδομένων κάθε εγγεγραμμένου χρήστη.
Η παρούσα ιστοσελίδα tokrimini.gr δεσμεύεται ρητά και κατηγορηματικά οτι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να χρησιμοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα οποιουδήποτε χρήστη για εμπορικούς, διαφημιστικούς ή/και οποιοδήποτε άλλο σκοπό που μπορεί να αποφέρει προσωπικό κέρδος.
Με την είσοδό σας και τη χρήση της παρούσας ιστοσελίδας δεσμεύεστε οτι έχετε διαβάσει, κατανοήσει και αποδεχθεί τους Όρους Χρήσης της, την Πολιτική Προσωπικών Δεδομένων της, καθώς και οτι συναινείτε στην εγκατάσταση cookies στη συσκευή σας.

Όροι χρήσης            Πολιτική προσωπικών δεδομένων

Όνομα cookie Όνομα domain Περιγραφή
Session cookie .tokrimini.gr Απαιτείται για την ταυτοποίηση των χρηστών που επισκέπτονται την ιστοσελίδα tokrimini.gr. Κάθε μη ταυτοποιημένος χρήστης έχει περιορισμένη πρόσβαση στην ιστοσελίδα (βλέπε Όροι χρήσης)
Λυπούμαστε, αλλά η απόφαση σας της απενεργοποίησης και απεγκατάστασης των cookies από την συσκευή σας, μας οδηγεί στην απενεργοποίηση των περισσοτέρων δυνατοτήτων της ιστοσελίδας αυτής από τον λογαριασμό σας.

Από εδώ και στο εξής, για τον λογαριασμό σας, θα λειτουργεί μόνο η επίδειξη λειτουργίας (demo) της ιστοσελίδας.
Παρακαλούμε, ενημερωθείτε σχετικά για τους Όρους χρήσης της ιστοσελίδας tokrimini.gr.

Ελπίζουμε σύντομα να σας δούμε ως ενεργό χρήστη...

Πέμπτη, 04 Μαρτίου 2021 19:02

ΟΙ ΡΕΖΝΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΤΩΚΗΣ - ΚΟΥΛΟΥΣΑΙΟΙ

Συγγραφέας:
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)

ΟΙ ΡΕΖΝΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΦΥΤΩΚΗΣ

 Ο ΦΥΓΟΔΙΚΟΣ ΝΤΡΑΓΑΤΗΣ

 Στην Πικριβινίτσα, το σημερινό χωριό Αμυγδαλιές, πριν εκατό πενήντα χρόνια πάνω · κάτω, ζούσε ο Φώτης Σιδέρης, γέννημα θρέμμα του χωριού. Νέος, φτωχόπαιδο, με χέρια γερά και ψυχή αράθυμη. Δούλευε στα κτήματα του χωριού, που οι μπέηδες των Γρεβενών τα είχαν «ιμλιάκι», δηλαδή τσιφλίκι με κάπως ηπιότερες συνθήκες για τους Χριστιανούς κολλήγους.
 
Οι πρωτόγονες συνθήκες καλλιέργειας, το φτωχό έδαφος και τα ρήγματα της γης από τις συχνές επιδρομές Τουρκαλβανών ή Χριστιανών ληστών, οι βαριές φορολογίες και τα αυθαΧάρτης της περιοχήςίρετα παρσίματα των μπέηδων, κρατούσαν τους χωρικούς σε φτώχεια και ανασφάλεια. Οι ζωοκλοπές και η καταπάτηση της ξένης περιουσίας ήταν φαινόμενο συνηθισμένο, και σ' αυτό επιδίδονταν με κάθε ευκαιρία τόσο οι φουκαράδες, σπρωγμένοι από τη στέρηση και την ανέχεια, όσο και οι νοικοκυραίοι, με κίνητρο την απληστία ή το κακό παράδειγμα.
 
Μια Κυριακή, μετά τη λειτουργία, κάθονταν οι χωριανοί στη γρεντιά που ήταν ξαπλωμένη παράτοιχα στη μεσημβρινή πλευρά της εκκλησιάς. Κουβέντιαζαν για τα χωράφια, τα γεννήματα και τα κτήματα. Παράπονό τους οι συχνές αγροζημιές κι η ανάγκη διορισμού ικανού αγροφύλακα. Πάνω στην κουβέντα, λογόφερε ο Σιδέρης με τους προύχοντες του χωριού, επειδή αυτοί λέγανε ότι οι ζημιές γίνονται από τους φτωχούς και τα παιδιά τους. Καταλήξανε να αναθέσουν στον Σιδέρη καθήκοντα ντραγάτη, με τη συμφωνία να μη χαρίζεται στους παραβάτες, όποιοι και να ‘ναι.
 
Ως το βράδυ ο Σιδέρης είχε συλληπτριάσει το άλογο του παπά, δηλαδή το είχε βρει να βόσκει σε ξένο χωράφι και το πήρε στον αμιλικό στάβλο, όπου το κλείδωσε μέχρι να έλθει ο νοικοκύρης, να πληρώσει τα σύλληπτρα που ήταν καθαρό πρόστιμο αμοιβής του ντραγάτη, χωριστό από την αποζημίωση της αγροζημιάς που θα πληρωνόταν στον νοικοκύρη του χωραφιού. Την άλλη μέρα έφερε στο μεσοχώρι, ξεβράκωτους και φορτωμένους με τα κλεμμένα πεπόνια και καρπούζια τους γιους άλλων πρωτονοικοκυραίων. Κατά το έθιμο της εποχής που περισώθηκε μέχρι τα χρονιά μας, τους παρέδωσε στην κοινή περιφρόνηση των χωριανών και κράτησε τα ρούχα τους, να τα επιστρέψει με την πληρωμή των συλλήπτρων.
 
Με τέτοιες δραστηριότητες ο Σιδέρης κατάφερε να περιορίσει τις αγροζημιές και τις κλεψιές, μα έκαμε άσπονδους εχθρούς ανάμεσα στους δυνατούς του χωριού, που τα παιδιά τους είχαν θάρρος και διαθέσιμο χρόνο για γκρεμοτσιές>. Τα ‘πιανε να κλέβουν και τα διαπόμπευε στις στράτες και στο μεσοχώρι.
 
Κάποια μέρα έφτασαν στην Πικριβινίτσα τέσσερις σεβαλερί τζαντερμάδες για να συλλάβουν τον Σιδέρη. Με ποια κατηγορία; Δεν χρειαζόταν να την γνωρίζει από πριν. Θα τον πήγαιναν στα Γρεβενά κι εκεί θα τα βρίσκαν. Το πράγμα δεν ήταν δύσκολο εκείνη την ταραγμένη εποχή που οι Ρωμιοί είχαν σηκώσει κεφάλι και ζητούσαν τη λευτεριά τους.
 
Ο Σιδέρης μόλις έμαθε ότι τον ζητούν οι τζαντερμάδες εξαφανίστηκε. Κρυβόταν στα γύρω δάση και τη νύχτα, που οι διώκτες του έφιπποι χωροφύλακες γύριζαν στα Γρεβενά, αυτός κατέβαινε στο χωριό για να πάρει τρόφιμα. Περνούσε μπροστά από τις κλειδαμπαρωμένες πόρτες, κοίταζε τα κλειστά παραθυρόφυλλα κι αναλογιζόταν τους χωριανούς του στα ζεστά κρεββάτια τους, με τις φλοκάτες και τα στρωσίδια, ενώ αυτός λαγοκοιμόταν στα κλαδιά, παρέα με τ' αγρίμια. Η ψυχή του επαναστατούσε κι ο αψύς λογισμός του έπλαθε εικόνες σκληρής εκδίκησης.
 
Μια νύχτα ασυννέφιαστη και χωρίς φεγγάρι κατέβαινε πάλι προφυλακτικά τις στράτες του χωριού. Ένα φως τράβηξε την προσοχή του. Ήταν ανοιχτό το κανάτι κι ο παπάς μπροστά στο καντήλι έκαμνε την προσευχή του για να κοιμηθεί. Άναψαν τα αίματα του Σιδέρη, όταν είδε αυτόν που θεωρούσε αίτιο των δεινών του. Σήκωσε το ντουφέκι, σημάδεψε και τράβηξε τη σκανδάλη. Αφλογιστία. Ξανάριξε. Το ίδιο. Όταν και για τρίτη φορά η τσακμακόπετρα δεν πήρε φωτιά, ο Σιδέρης φοβήθηκε. Διείδε θεία επέμβαση από αθωότητα του παπά κι ευχαρίστησε τη θεία βούληση που δεν τον άφησε να γίνει αναίτια δολοφόνος. Μη έχοντας πια το κίνητρο της εκδίκησης, παράτησε το χωριό του και έφυγε έξω από την περιοχή που όριζαν οι μπέηδες των Γρεβενών. Κρύφτηκε στο απέραντο δάσος, ανάμεσα Στιζάχι και Πραμόρτσα. Σιγά - σιγά έστησε μια καλύβα πάνω από το ποταμάκι κι αντίκρυ από τη Φυτώκη, στη θέση «Παλιογλάς».
 
Την εποχή εκείνη όπου η ληστοκρατία δεν ήταν σπάνια περίπτωση στην ύπαιθρο, η παρουσία ενός φυγόδικου είχε ζωντανό ενδιαφέρον για πολύν κόσμο. Για τους νοικοκυραίους μπελάς η αναγκαστική τροφοδοσία του και ο φόβος τιμωρίας από τις αρχές όταν το μάθουν, για τους ληστές πιθανός συνεργάτης ή ανταγωνιστής, ανάλογα με την περίπτωση.
Οι μπέηδες της Λιψίστας> που είχαν τσιφλίκι τους τη Φυτώκη και έπαιρναν το φόρο της δεκάτης από την περιοχή, ανησύχησαν από την παρουσία του φυγόδικου στον τόπο που όριζαν. Γι’ αυτούς ήταν εστία αναταραχής και σπέρμα αντιστάσεως, που έπρεπε να εξουδετερωθεί. Αυτό και έκαμαν.
 
Τα καλοκαίρια κατέβαιναν στη Φυτώκη θεριστές από τα πάνω χωριά. Ανάμεσα τους τα χρόνια αυτά, κι η χήρα η Μήτρινα από το Ρέζνι με τις τρεις θυγατέρες της. Άξιες εργάτριες και παινεμένες νοικοκυρές, οι τέσσερις Ρεζνιώτισες που είχαν καλό όνομα στη μικρή κοινωνία των γύρω χωριών, έδωσαν στους μπέηδες τη λύση που ζητούσαν. Οι μπέηδες έστειλαν κολαούζους και πρότειναν στο Σιδέρη να του δώσουν κλήρο και να εγκατασταθεί σαν γεωργός στη Φυτώκη, να κάμει οικογένεια. Ο Σιδέρης πήρε γυναίκα του μία από τις θυγατέρες της Ρεζνιώτισας και στρώθηκε στην καλλιέργεια των χωραφιών που του έδωσαν οι μπέηδες της Λειψίστας. Έτσι, τακτοποίησαν τα πράγματα και με τους μπέηδες των Γρεβενών, για να μη τον καταζητούν. Απερίσπαστος από κυνηγητά και με μια άξια γυναίκα δίπλα του, ο Σιδέρης πρόκοψε και έκαμε μεγάλη οικογένεια. Ο γαμπρός της Ρεζνιώτισας κλήθηκε Ρεζνιώτης κι έγινε ο γενάρχης της οικογενείας των Ρεζνιωτών.
 
Όταν «προσκύνησε» ήταν σαράντα ετών…
 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΕΖΝΙΩΤΗΣ Ή ΝΟΥΛΑΣ 

Από το γάμο του Φώτη Σιδέρη με τη θυγατέρα της Ρεζνιώτισσας γεννήθηκαν τέσσερις γιοι: Γιάννης, Γιώργος, Χρήστος, Παναγιώτης. Απόγονοι του Γιώργου βρίσκονται σήμερα στη Βελανιδιά, στο Μελιδόνι, Νεάπολη, Λούβρη, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Αμερική και αλλού. Απόγονοι του Χρήστου και του Παναγιώτη  στη Φυτώκη, Λουκόμι, Αηδόνια κ.α.
 
Ο πρωτότοκος, ο Γιάννης, από νωρίς άκουγε στο χαϊδευτικό Νούλας. Έμεινε κληρονόμος στο πατρικό σπίτι και τα κτήματα της Φυτώκη. Έκαμε μεγάλη οικογένεια, της οποίας σήμερα υπάρχουν απόγονοι σ' όλο τον κόσμο. Από τα παιδιά του ο Δημήτρης έκαμε οικογένεια στο Στιζάχι κι απόχτησε τρία παιδιά, το Μιχάλη, τη Μαριάνθη και το Χρυσόστομο. Πέθανε πριν από χρόνια στην Τσεχοσλοβακία, όπου βρέθηκε μετά τον εμφύλιο πόλεμο. Η Αγόρω παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Μουσλή από το Τσακνοχώρι (θα μας απασχολήσει πιο κάτω). Άλλος γιος του Νούλα, ο Θανάσης, δεν πρόλαβε να κλείσει τα είκοσι γιατί σκοτώθηκε από ληστές, όπως θα αφηγηθούμε στη συνέχεια. Ο Μιχάλης μετά το γάμο του έμεινε ένα διάστημα στο Τσακνοχώρι και πέθανε σε βαθιά γεράματα στο Στρατώνι Χαλκιδικής, αφού απόχτησε τρία αγόρια κι ένα κορίτσι, Γιώργο, Κώστα, Γρηγόρη και Όλγα. Η Αναστασία, με υποκοριστικό Σιάνα, παντρεύτηκε στο Ρόκαστρο κι ο γιος της Χρήστος Τζήκος, υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους αυτοκινητιστές στο Βόιο. Άλλος γιος του Νούλα, ο Νικόλας, με το υποκοριστικό Κουλούσιας, θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα. Τελευταίο παιδί του Νούλα η Όλγα, που παντρεύτηκε τον Νίκο Νικόπουλο στο Στιζάχι και έχει σήμερα απογόνους στη Θεσσαλονίκη, την Αυστραλία κ.α.
 
Ο Νούλας από τα μικρά του χρόνια ήταν εργατικός και μυαλωμένος. Δούλευε τα χωράφια με το ζευγάρι του που το αγαπούσε πολύ και φρόντιζε πάντοτε να ‘χει τα πιο γερά και όμορφα καματερά. Τα πλούσια χώματα της Φυτώκης του έδιναν το γέννημα για να ζήσει αυτός και η φαμίλια του. Από τον ποτιστικό μπαχτσέ έβγαζε κάθε Σάββατο στο Τσοτύλι και πουλούσε στο παζάρι διάφορα ζαρζαβατικά, με τα οποία εξοικονομούσε τα χρήματα για τις απαραίτητες αγορές: αλάτι, υφάσματα, πετρέλαιο, λάδι και άλλα προϊόντα που δεν έβγαζε μόνος του.
 
Είχε κοπάδι από τετρακόσια πάνω - κάτω γιδοπρόβατα, με το μαντρί στημένο πέρα από το ποτάμι, κατά το Στιζαχίτικο. Οι άντρες ασχολούνταν όλη τη μέρα με τις δουλειές, στο κοπάδι και στα χωράφια. Οι γυναίκες κρατούσαν το σπίτι και το μπαχτσέ, καθώς και την επεξεργασία των προϊόντων του κοπαδιού: να πυτιάσουν το γάλα για τυρί και μπάτζιο, να δουλέψουν το φουρλέτσκο για να βγάλουν βούτυρο και ούρδα, να πλύνουν, να γράνουν, να λαναρίσουν και να γνέσουν το μαλλί από το οποίο ύφαιναν τσέργες, βελέντζες, φλοκάτες, σιγκούνια για φορεσιές και έπλεκαν φανέλλες, τσουράπια και πατούνες.
 
Στό σπίτι του Νούκα ήταν όλοι τους δεινοί κυνηγοί. Γνώριζαν την τέχνη της κατασκευής της μπαρούτης κι έχυναν μόνοι τους τα σκάγια που χρειάζονταν. Γύριζαν πάντα οπλισμένοι κατά τη συνήθεια της εποχής, όχι μόνο οι άντρες, μά καμμιά φορά και οι γυναίκες. Χαρακτηριστική περίπτωση η θυγατέρα του Νούλα Αγόρω, που παντρεύτηκε τον κτίστη Παναγιώτη Μουσλή και έζησε πολλά χρόνια στο Στρατώνι, ακολουθώντας τον άντρα της που ήρθε με το συνεργείο του Χρήστου Τσίπη από τα μεταλλεία Μπάλια Καραϊντίν της Μ. Ασίας και έπιασαν δουλειά στις επιχειρήσεις Μποδοσάκη. Από κορίτσι ήταν γερή στο σώμα και στο μυαλό, σίγουρη στις αποφάσεις, γοργή στις ενέργειες. Αγόρω όνομα και πράμμα, διδάχτηκε από τα μικρά της την τέχνη των οπλών και εξελίχτηκε σε δεινή σκοπεύτρια. Πρώτη στο κυνήγι, γνώριζε όλα τα κατατόπια και τις συνήθειες των αγριμιών. Δεν συμπαθούσε τα σκάγια και χρησιμοποιούσε πολεμικό όπλο. Με τις επιδράσεις της αυτές διαφέντευε το πατρικό της σπίτι στη Φυτώκη και τη φαμελιά της αργότερα στο Τσακνοχώρι, όταν ο άνδρας της ξενιτεύτηκε στην Πόλη και τη Μ. Ασία. Στο Στρατώνι, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα, γρήγορα αναδείχθηκε σε ονομαστό οργανωτή και αδιαμφισβήτητο αρχηγό των κυνηγετικών συντροφιών, από ντόπιους κυνηγούς κι από Αθηναίους, στελέχη των επιχειρήσεων Μποδοσάκη. Αυτή κανόνιζε τις παγάνες, επεσήμαινε τα περάσματα, τοποθετούσε τα καραούλια κι άφηνε το πιο στρατηγικό πόστο για τον εαυτό της. Όταν ξεκινούσαν οι γιουταχτάδες με τις φωνές, τις ντουφεκιές και τους ντενεκέδες, τ' αγρίμια πετιοϋνταν από τις φωλιές και τις κρυψώνες τους. Τα καραούλια τα ντουφεκούσαν. Όσα γλύτωναν έφταναν στο δικό της σκοπευτικό πεδίο και αυτή τη φορά δεν γλύτωναν. Το αγαπημένο της όπλο ήταν μια αραβίδα του γαλλικού στρατού.
 

ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ  ΚΛΕΦΤΩΝ 

Στά 1878-80 η Μακεδονία βρισκόταν σε αναβρασμό. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος και η Επανάσταση του Ολύμπου είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο και είχαν σπείρει ανησυχίες. Μέσα σε τέτοιες αναμπουμπούλες βρίσκουν κατάλληλο περιβάλλον για ν' αναπτύξουν την παράνομη δράση τους κακοποιά στοιχεία. Σ' αυτές τις περιπτώσεις οι αδικημένοι δεν βρίσκουν πουθενά προστάτη και μόνο η ενεργετική τους αντίδραση τους σώζει. Έτσι έγινε και στο περιστατικό που θα περιγράψουμε.
 
Ήταν δεκαπενταύγουστος, ανήμερα της Παναγιάς, γιορτή της Φυτώκης, στην εκκλησιά της Παναγιάς στα ισιώματα, δίπλα στο ποτάμι. Οι Ρενζιωταίοι μαζεμένοι κάτω από τη μεγάλη βαλανιδιά έχουν στρώσει τις τσέργες και τα κιλίμια στο χορτάρι και ετοιμάζονται για τον πανηγυρικό τερματισμό της δεκαπενθήμερης νηστείας. Κοντεύει μεσημέρι κι η στέρφα γίδα που στροβιλίζεται στη σούβλα άρχισε ν' ανοίγει, δείγμα οτι το ψήσιμό της όπου νάναι ολοκληρώνεται. Οι νύφες και τα εγγόνια, με τη νευρικότητα της προσμονής, γυροφέρνουν πέρα - δώθε, γεμίζοντας τον αγέρα με γκρίτσανες φωνούλες και γάργαρα πνιχτά μισόλογα, που ανακατεύονται ταιριαστά με τις μπάσες κουβέντες των ανδρών και το τριζοβόλημα των τζιτζικιών. Ο γερο-Νούλας ακουμπισμένος στο δένδρο αγκαλιάζει με το μάτι του όλα αυτά και κουμαντάρει> τις προετοιμασίες. Χαίρεται τη φαμίλια του, όπως είναι όλοι μαζεμένοι, εκτός από το μικρότερο γιο, το Θανάση, που έμεινε στο μαντρί. Λογαριάζει, άμα αποφάνε να στείλει έναν στη θέση του να ‘ρθει κι αυτός να φάει λίγο ζεστό φαΐ, χρονιάρα μέρα πού ‘ναι.
 
Ξαφνικά οι φωνές σταματάνε. Ο γερο-Νούλας απορημένος γυρίζει τη ματιά του να βρεί την αιτία κι η καρδιά του σφίγγεται. Από το ποτάμι, περπατώντας με αργά κι αβέβαια πατήματα μέσα στην ξηρή κοίτη, έρχονται τα δυο μαντρόσκυλα που φυλάνε το κοπάδι. Το μουσούδι χαμηλά, η ματιά τον κατήφορο, η ουρά να σέρνεται σαν ψεύτικη, περίσσεια κι άχρηστη. Ύφος δαρμένων.
 
Πετάχτηκαν όλοι στό πόδι. Αναποφάσιστοι περιμένουν το πρόσταγμα του τρανού. Εκείνος με τρεμάμενα χέρια τραβάει το μαχαίρι κι εξαρθρώνει την ωμοπλάτη του ψητού. Με κοφτές κινήσεις ξεφλουδίζει το κρέας και με σπουδή μελετά την πλάτη. Οι άλλοι περιμένουν αλλάζοντας φοβισμένες ματιές. Σ' όλη την περιφέρεια ο Νούλας είναι ξακουστός για την ικανότητα του να διαβάζει τα μελλούμενα στην ωμοπλάτη του σφαχτού. Γυναίκα, γιοι και νύφες κρατούν την ανάσα τους. Όταν σήκωσε τη ματιά του, είχε βλέμμα σκοτεινό κι αποφασισμένο: «Μας βρήκε συμφορά. Ένας από μας θα λείψει ως το βράδι».
 
Όταν έφτασαν στό μαντρί βρήκαν το Θανάση άψυχο, δεμένο στον πλακό της αυλής του μαντριού. Το σώμα του ζεστό ακόμη, γεμάτο πληγές, έδειχνε οτι τον παιδέψανε με μαχαιριές. Τα ίχνη του αρπαγμένου κοπαδιού έδειχναν πορεία προς το νοτιά. Τα ακολούθησαν για λίγο και μετά σταμάτησαν Οι κλέφτες δεν έπρεπε ν' αντιληφθούν οτι τους άκολουθάνε. Ήταν μεσημέρι και το κοπάδι δεν προχωρεί. Τα ζώα σταλίζουν. Ο γερο-Νούλας έκαμε αμέσως το σχέδιο. Όπλα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, γιατί με την επανάσταση οι αρχές απαγόρευσαν την οπλοφορία. Πήραν τσεκούρια και μαχαίρια κι ακολούθησαν τα ίχνη. Από την κατεύθυνσή τους κατάλαβαν οτι οι δολοφόνοι απαγωγείς τραβούσαν κατά την Πίνδο, Όρλιακα ή Πέτρα Τσούριακα , γιατί εκεί μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα κλεμμένα. Για να τους προλάβουν, οι διώκτες έκοψαν δρόμο κατά τη Μπισνίτσα, το ρέμμα με τις απότομες βραχώδεις όχθες. Εκεί σ' ένα στένωμα που λογάριαζαν οτι το κοπάδι θα περάσει υποχρεωτικά, έστησαν ενέδρα και περίμεναν.
 
Όταν βράδιασε ακούστηκαν από μακριά οι γνωστοί ήχοι του κοπαδιού που σιμώνει. Λείπανε μόνο τα σφυρίγματα και τα κουδούνια. Οι απαγωγείς για να μη εντοπισθούν οδηγούσαν το κοπάδι στα μουγγά με τις γκλίτσες κι είχαν στομώσει με φύλλα δένδρων τα κουδούνια. Σε λίγο φάνηκε το κοπάδι στο φεγγαρόφωτο. Μπροστά πήγαινε σαν οδηγός ένας από τους απαγωγείς, καβάλα στο μουλάρι. Η στράτα τον έφέρε στα ριζά του βράχου που πάνω του λούφαζε ο Κουλούσιας, κρατώντας στα χέρια του μια χοντρή κογκόλα. Όταν το μουλάρι έφτασε κάτω από το βράχο, ο Κουλούσιας ζύγιασε την κογκόλα πάνω στη γυαλιστερή φαλάκρα του καβαλάρη, που έδινε σίγουρο στόχο με το φεγγάρι. Το μουλάρι τρόμαξε, πέταξε τον αναβάτη του και τό ‘βαλε στα πόδια. Ο Κουλούσιας έπεσε πάνω στόν ξαπλωμένο αναβάτη και τράβηξε το μαχαίρι του. Δεν χρειάστηκε όμως, γιατί η κογκόλα είχε κάμει τη δουλειά της. Με το πέσιμο του αρχηγού τους οι απαγωγείς δείλιασαν, παράτησαν το κοπάδι και εξαφανίστηκαν.
 
Οι νοικοκυραίοι μάζεψαν το κοπάδι και το γύρισαν πίσω. Έθαψαν τον ξένο σε μέρος που δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί εύκολα και γύρισαν στο μαντρί. Εκεί ο Νούλας όρκισε τις γυναίκες να μη φανερώσουν τίποτε σε κανένα και θάψανε το νεκρό τους παιδί σε μια γωνιά του κτήματος. Όλα αυτά για δυο λόγους: Πρώτον έπρεπε με κάθε θυσία να κρυφθούν οι φόνοι γιατί θα έμπαιναν στη μέση οι αρχές και το μπλέξιμο θα ήταν μεγάλο και δεύτερο, έπρεπε να μη κοινολογηθεί το γεγονός στο χωριό και να μελετηθεί η συμπεριφορά των χωριανών, για να αποκαλυφθεί ο κολαούζος που έφερε τους κλέφτες.
 
Ο τρίτος γιος του Νούλα, ο Νικόλαος, γεννήθηκε το 1857. Από μικρός άκουγε στο υποκοριστικό Κουλούσιας, που με το πέρασμα του χρόνου ξετόπισε και πήρε τη θέση του οικογενειακού ονόματος. Από το γάμο του με τη Δέσπω Παπαβασιλείου από το Κριμίνι, γεννήθηκαν οι Φωτεινή, Κώστας, Σωτήρης, Γιώργος, Ζαχαρένια, Θανάσης και Τριαντάφυλλος. Ο Κώστας πέθανε το 1919 στη Θεσσαλονίκη και ο Τριαντάφυλλος σκοτώθηκε το 1920 στη Μικρασιατική εκστρατεία. Η Φωτεινή παντρεύτηκε κι άφησε πολυμελείς οικογένειες απογόνων. Η Ζαχαρένια παντρεύτηκε τον Κώστα Τσούπα από την Πικριβινίτσα και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1922. Ο Σωτήρης έκαμε οικογένεια στη Βηρυτό του Λιβάνου. Ο Γιώργος έζησε στο Κριμίνι κι άφησε τρεις γιους με τις οικογέγειές τους: Τριαντάφυλλο, Άλκη και Κώστα. Η δίψα για μια καλύτερη ζωή έφερε τον Τριαντάφυλλο στην Αμερική και τους Άλκη και Κώστα στη Θεσσαλονίκη. Ο Άλκης παντρεύτηκε την Ανθή Περήφανου και απόχτησε τον Χρήστο και την Γεωργία. Ο Κώστας παντρεύτηκε την Μαρία Παπαδοπούλου από το Ρέζνι κι απόχτησε την Ελένη και την Άννα-Κορίνα. Η Ελένη, από τον γάμο της με τον Νέστωρα Τζιμόπουλο από τη Μεταμόρφωση, απόχτησε την Κατερίνα και την Μαρία. Ο Θανάσης έκαμε το σπιτικό του στο Κριμίνι κι απόχτησε έναν γιο, το Χριστόφορο. Η αγάπη του Χριστόφορου για τα γράμματα τον έφερε στη Θεσσαλονίκη, όπου παντρεύτηκε την Παρασκευή Μούκα και απόχτησε δυο παιδιά, την Θωμαή και τον Θανάση. Η Θωμαή παντρεύτηκε τον Δημήτρη Ευθυμιάδη από το Κηπουριό Γρεβενών κι απόχτησε τον Τηλέμαχο. Ο Θανάσης παντρεύτηκε τη Σαμοθρακίτισσα Ελένη Μαργαρίτου κι απόχτησε τρεις γιούς, τον Χριστόφορο (Άκης), τον Νικόλαο και τον Μαργαρίτη.
Ο Νικόλαος από τα μικρά του χρόνια γινόταν ένα παιδί κοντού αναστήματος, γεροδεμένος, Έξυπνος κι αψύς. Μοίραζε τον καιρό του στο κοπάδι, στα βώδια και στο σεργιάνι. Αντιπαθούσε τις δουλειές στα χωράφια, μανιώδης κυνηγός και ψαράς, παρατούσε τη δουλειά του για να γυροφέρνει στό λόγγο με το ντουφέκι ή με τα σύνεργα της ψαρικής οτό ποτάμι. Συχνά πήγαινε καϊ παρακολουθούσε τους τσουκαλάδες που παρασκεύαζαν την λάσπη πατώντας την με τα πόδια, κι ύστερα τη δούλευαν στον περιστρεφόμενο τροχό που τον γύριζαν με το πόδι, για να φορμάρουν τα σκεύη με τα οποία η Φυτωκίτικη παραγωγή τροφοδοτούσε τα παζάρια: Λαγένια, στάμνες, τεντζερέδες, κούπες, χερούσκες, κανάτια, τσουκάλια, πιθάρια. Το Σάββατο ακολουθούσε τον πατέρα του στο Τσοτύλι, όπου στο παζάρι πουλούσαν ζαρζαβατικά από τον μπαχτσέ τους. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η αρχή μιας περιπέτειας που είχε στην εφηβική του ηλικία. Και να πώς:
 
Κάθε Σάββατο στο παζάρι είχε έναν γείτονα που ξεπουλούσε πιο γρήγορα απ' όλους τα ζαρζαβατικά του. Στίς πειραχτικές κουβέντες που άλλαζαν μεταξύ τους, εκείνος διατεινόταν ότι οφείλει την επιτυχία του στο ακαταμάχητο χαϊμαλί που κουβαλούσε πάντα μαζί του, την «τρύπα του λύκου», δηλαδή το δέρμα από τον πρωκτό λύκου, ραμμένο σ' έναν σιδερένιο χαλκά, κατά τρόπο που να επιτρέπει στον κάτοχο του να βλέπει τα διάφορα εμπορεύματα μέσα από «τον κώλο του λύκου». Υπήρχε η δοξασία οτι κι οι πιο δύσκολες δουλειές ευοδώνονται, άμα το αντικείμενο που τις αφορά, τό ‘βλεπες μέσα από την τρύπα του λύκου. Ο νεαρός Κουλούσιας ζήλευε το γείτονα του κι ήθελε ν' αποχτήσει κι αυτός ένα παρόμοιο χαϊμαλί. Η ευκαιρία του δόθηκε, ένα περιστατικό που σας το περιγράφω όπως μου το αφηγήθηκε ο πρωτεξάδελφος του Κουλούσια Φώτης Ρεζνιώτης - Τζιμόπουλος από τους Σιαρμπάδες.
 
«Ο Στέργιος Τζικόπουλος είχε ένα πουλάρι, φοραδίτσα έξη μηνών. Έβοσκε κοντά στη μάνα του στα ισιώματα, κατά την κουπίτσα. Φάνηκαν δυο λύκοι ίσα με δαμάλια. Το κυνήγησαν, μα δεν τό ‘φτασαν. Όταν πήγε να γυρίσει κατά τη μάνα του, τό ‘πιασαν από το λαιμό και τό ‘κοψαν. Έφαγαν όσο έφαγαν και τ' άλλο έμεινε λείψανο... Ο Στέργιος με τον Κουλούσια βγήκαν παγανιά... Έβαλαν χοντρά σκάγια στους τσεφτέδες κι όταν αργασίντσι κρύφτηκαν στη φυλάχτρα και περίμεναν. Μόλις μούργκισιν φάνηκαν οι λύκοι, ο ένας μεγαλύτερος, ο άλλος μικρότερος. Θεριά φοβερά... Σά βώδια στη ζέψη... Έτρεμαν τα θάμνα στο περπάτημά τους... Έρριξαν στο μεγάλο... ο μικρός έφυγε... Τα μολύβια χοντρά, τον βρήκαν στην πλάτη... έπεσε κάτω... τον νόμισαν νεκρό. Ο Κουλούσιας τον έπιασεν από την ουρά και έχωσε το μαχαίρι να του βγάλει τον κώλο... Το θηρίο τινάχτηκε όρθιο και πήγε να γυρίσει μονοκόμματο. Ο Κουλούσιας ξαφνιάστηκε, έμεινεν άοπλος, μα δεν παράτησε την ουρά. Ο λύκος δεν μπορούσε να γυρίσει τον λαιμό του να δαγκάσει. Γύριζαν οι δυο τους γύρω-γύρω σαν να παίζανε. Ο Στέργιος τά ‘χασε κι έμεινε άγαλμα από την τρομάρα του. Ο Κουλούσιας του φώναξε κι εκείνος του πέταξε από μακρυά το τσεκούρι, που ετούτος τ’ άρπαξε από καταγής κι αποτελείωσε το λύκο με χτυπήματα οτό κεφάλι... Τον πήραν τέσσερις νομάτοι με γκιζντιριά... Τον κρέμασαν στον αχερώνα και τον έγδαραν... είχε πάχος ο άτιμος... θηρίο. Τον έβαλαν στη ζέψη με άχυρο και του άνοιξαν το στόμα... Όλα τα σκυλιά δεν πλησίαζαν... Όταν όμως έφεραν το τσομπανόσκυλο του Νικόλα Παλιαλιά όρμησε άγρια, τον καβάλησε κι άρχισε να δαγκάνει... Ο Στέργιος χτυπούσε με το τσεκούρι το κουφάρι του λύκου λέγοντας... Να, να, να, που μου ‘φαγες τη φοραδίτσα». Εδώ τελειώνει η αφήγηση του μπάρμπα-Φώτη.
 
Ο Κουλούσιας ήταν χωρατατζής και σκάρωνε φάρσες με τα φίδια. Τά ‘πιανε, τους έβγαζε τα δόντια και τα έκρυβε στις τσέπες του, στο δισάκι ή σε ντουρβάδες και μετά έστελνε τα θύματα της φάρσας του να βάλουν μέσα το χέρι, μ' οποιοδήποτε πρόσχημα. Άλλες φορές πάλι τα έδενε στην ουρά του αλόγου και έκαμνε χάζι με την τρομάρα των διαβατών που τα έβλεπαν ξαφνικά μπροστά τους. Όταν μεγάλωσε έγινε μυλωνάς. Εκείνα τα χρόνια όλοι οι μύλοι της περιοχής βρίσκονταν σε Ελληνικά χέρια, εκτός από έναν ανάμεσα Βουχωρίνα και Πλάζομη, που τον είχε ένας Τούρκος, ο Μάλλιος.
 
Εθήτευσε σε πολλούς μύλους της Πραμόρτσας: Φυτώκη, Ραντοβίστι, Κριμίνι, Λούβρη, Βουχωρίνα, Μοιρασάνη και τελευταία στό μύλο του Λιούρα από τη Βρούνστα. Ο μύλος αυτός βρίσκεται σε Τσακνοχωρίτικο τόπο, στή δεξιά όχθη της Πραμόρτοας. Πριν από χρόνια (1936) η οικογένεια Λιούρα τον πούλησε στον Παύλο Μυλωνά από το Τσακνοχώρι κι ως τα χρόνια μας έμεινε γνωστός σαν «μύλος του Γκουσγκουρέτα».
 
Τελευταίος μπέης της Λειψίστας ήταν ο Στρέμπεης, άνθρωπος μυαλωμένος που γνώριζε να έχει καλές σχέσεις με τους χριστιανούς της περιοχής του. Είχε όμως ένα αδερφό ακαμάτη και καυχησιάρη. Όλη μέρα γύριζε από δω κι από ‘κεί κάνοντας φασαρίες. Μια μέρα μπήκε καβάλα με τ' άλογο μέσα στο μύλο, πράγμα που εθεωρείτο πρόκληση και προσβολή για το μυλωνά. Αυτός άρπαξε τη μανέλα με την οποία μανουβράριζε τις μυλόπετρες και κινήθηκε να περιποιηθεί τον αυθάδη μουσαφίρη. Εκείνος κατάλαβε τις διαθέσεις, έστρεψε το άλογο κατά την έξοδο και προσπάθησε να φύγει. Ο Κουλούσιας έτρεξε, τον άρπαξε από το πόδι και τον έρριξε από το άλογο.
 
Τί νομίζεις Τούρκε, ο μύλος είναι Τούρκικος; 
Όταν ο Στρέμπεης έμαθε το επεισόδιο μάλωσε τον αδερφό του και δικαίωσε τον περήφανο μυλωνά.
 
Μία άλλη ιστορία μου διηγήθηκε πριν από τον πόλεμο ο Παπα - Γιώργης από το Στιζάχι. Όταν ήταν μικρό παιδί πήγαινε συχνά στό μύλο της Φυτώκης με άλεσμα. Οι γονείς, απασχολημένοι με τις βαρειές και ατέλειωτες δουλειές τους, θεωρούσαν άσκοπο χασομέρι να πάνε οι ίδιοι. Πολλές φορές φόρτωναν τα ζώα με γέννημα και εμπιστευόταν στα παιδιά ηλικίας 10-12 ετών να τα συνοδεύσουν στό μύλο. Εκεί ο μυλωνάς ξεφόρτωνε το γέννημα και το έβαΖε στή σειρά του να παίρνει προτεραιότητα. Ο μικρός, αφού έδενε το ζώο σε κανένα δέντρο ή σε ειδικό παλούκι, καθόταν και παρακολουθούσε τις ασχολίες του μυλωνά, που πάντα είχαν ενδιαφέρον. Πώς πελεκούσε τις φαγωμένες μυλόπετρες με την ταρακιά ή είχε μαζεμένες ψιλές, ευλύγιστες βέργες ιτιάς και έπλεκε καλάθια, κανέστρες ή κουσιέρες. Συναρπαστικό για τα μάτια και τη φαντασία των μικρών ήταν όταν ο μυλωνάς ή κανένας βοηθός του ετοίμαζε τον κιούρτο, είδος ψαροπαγίδας, που το έρριχναν στούς μεγάλους βιρούς. Για να αποφύγουν τη λαφυραγώγηση, φρόντιζαν να κρατούν μυστική τη θέση στην οποία το πόντιζαν. Εθεωρείτο ένδειξη μεγάλης εύνοιας και δείγμα εμπιστοσύνης, αν σ' αφηνε να παρευρεθείς στη σχετική ιεροτελεστία.
 
Διηγείται ο Παπα-Γιώργης:
«Ήμουν γύρω στα 12, όταν μια μέρα μ' έστειλαν στο μύλο του Κουλούσια, στη Φυτώκη. Όταν ξεφόρτωσε, έδεσα το μουλάρι σ' ένα δέντρο και πήγα στ' αυλάκι να χαζέψω τα ψάρια και να παίξω με τους μπακακαίους. Κάποια ώρα βγήκε ο μυλωνάς και με φώναξε. Όταν πλησίασα τον άκουσα να μου λέει δυνατά και κοφτά, για να σκεπάσει τη βαβούρα του μύλου:
 
Σί - ι πού; θκι - κλα - δί - πι  ρι - λα - μού - το. 
Δεν καταλάβαινα. Τόν κοίταζα σα χαζός στα μάτια. Μου δίνει ένα μπάτσο, μου δείχνει το μουλάρι και μου ξαναλέει:
 
Θκι - κλο - δί - πι ρι - λα - μού - το...» 
Γύρισε το κεφάλι ο μικρός κατά που έδειχνε ο μυλωνάς και είδε την τριχιά, με την οποία ήταν δειμένο το μουλάρι, τυλιγμένη γύρω από τα πόδια και το λαιμό του, κοντά να το πνίξει. Αυτή η εικόνα κι η αστραπή από το χαστούκι φώτισαν το μυαλό του μικρού αγοριού και κατάλαβε τι του έλεγε ο μυλωνάς:
 
Τό μου - λά - ρι  πι - δι - κλό - θκι. 

Θυμήθηκε ότι στο χωριό του τα μεγαλύτερα παιδιά παίζανε μιλώντας μια μυστική γλώσσα που κάνει τις προτάσεις με ανασυλλαβισμό των λέξεων. Τον καιρό εκείνο η χρήση αυτής της «κορακίστικης» γλώσσας ήταν πολύ σε χρήση στο Στιζάχι και τη Φυτώκη, σαν παιχνίδι, μα και σαν μέσο μυστικό συνεννοήσεως μπροστά σε ξένους. Οι Ρεζνιώτες τη χρησιμοποιούσαν περισσότερο απ' όλους. Άγνωστο αν τη βρήκαν στη Φυτώκη και την υιοθετήσανε ή αν την έφεραν από άλλου οι ίδιοι.
 
Ο σέρτικος χαρακτήρας του καί η χωρίς προσπάθεια συγκάλυψης εκδήλωση των άντιτουρκικών του αισθημάτων, δημιούργησαν στον Κουλούοια πολλές φασαρίες κι ίσως έγιναν αιτία να συντομευθεϊ η ζωή του, όπως δείχνουν τα επεισόδια που θα έξιστορίσουμε. Μετά το θάνατο του πατέρα του (1887) ο Κουλούσας μετέφερε την οικογένεια του - γυναίκα και τρία παιδιά - από τη Φυτώκη στο Κριμίνι, όπου κατοίκησαν σε σπίτι που πήρε προίκα από τη γυναίκα του. Αυτή την εποχή έπιασε δουλειά στο Κυρατζίδικο το μύλο, που βρισκόταν κάτω από τη Μοιρασάνη, σε απόσταση μιας ώρας δρόμου, κατά διεύθυνση αντίθετη της ροής του ποταμού, από τη σημερινή γέφυρα Μορφής της εθνικής οδού Νεαπόλεως - Κονίτσης.
 
Τα χρόνια εκείνα πολλοί Τούρκοι έκαναν το επάγγελμα του αλεστή, έπαιρναν δηλαδή γεννήματα από νοικοκυραίους - κυρίως Τούρκους, - τα πήγαιναν σε μύλους, τα άλεθαν και πληρωνόντουσαν με «κσάϊ», δηλαδή κρατούσαν ορισμένο ποσοστό από το γέννημα. Ένας τέτοιος από τα Ρέζνι, με υψηλό ανάστημα και δυνατό σώμα, ήταν καυγατζής και οι μυλωνάδες της περιοχής τον έτρεμαν. Όταν πήγαινε στους μύλους έκαμνε φασαρίες για τη σειρά στο άλεσμα, όταν έφευγε καυγάδιζε για τα αλεστικά και πολλές φορές έδερνε τους μυλωνάδες. Μια φορά έκαμε τα ίδια και στό μύλο του Ζυγούρα από τη Βουχωρίνα, που τότε βρισκόταν στο παρακλάδι του πόταμου προς το Κωστάντσικο. Ο μυλωνάς που δεινοπάθησε στα χέρια του, ξέσπασε:
 
Εμένα με κατάφερες, μα από τον Κουλούσια να το βρεις. 
Ο Τούρκος σημάδεψε το όνομα και πήρε τις πληροφορίες του. Μια μέρα με δύο ζώα φορτωμένα γέννημα έφτασε στον Κυρατζίδικο μύλο. Έμπασε τα ζώα κατευθεία στο εσωτερικό αχούρι όπου και ξεφόρτωσε χωρίς να περιμένει τη βοήθεια του μυλωνά.
 
Ο Κουλούσιας εκείνη τη μέρα δεν είχε πολλή δουλειά. Το σιτάρι που άλεθε κόντευε να τελειώσει, όταν ήρθε μια γυναίκα από τη Μοιρασάνη, μια Σάβη, μ' ένα ταγάρι καλαμπόκι γι' άλεσμα. Ξεζαλικώθηκε το τσουβάλι από την πλάτη της, έκατσε σε μια άκρη, ξαναπήρε τις κλέτσκες κι εξακολούθησε να πλέκει την πατούνα της. Ο μυλωνάς πήρε το τσουβάλι και το ανέβασε στο μάτι της μυλόπετρας, να είναι έτοιμο, μόλις τελειώσει το προηγούμενο άλεσμα. Ύστερα έκατσε στο πεζούλι του μύλου κι έβγαλε να κολλατσίσει ψωμί και κρομμύδι με τον κοντά οκτάχρονο γιο του, τον Σωτήρη.
 
Ο Τούρκος μπήκε αμίλητος στο μύλο, κουβαλώντας ένα δικό του σακί στην αγκαλιά. Άρπαξε με τα δόντια το σακί με το καλαμπόκι από το μάτι και το άφησε να πέσει στο πάτωμα. Στή θέση που άδειασε έβαλε το δικό του σακί.
 
Ωρέ τί κάνεις εκεί, πετάχτηκε ο μυλωνάς παρατώντας ψωμί και κρομμύδι.
Τώρα θα σου δείξω τι κάμνω... αποκρίθηκεν ο Τούρκος και σηκώνοντας τα πεχλιβάνικα μπράτσα του, όρμησε στον σωματικά  υποδεέστερο μυλωνά. 
Ο Κουλούσιας αμύνθηκε με τη μανέλλα και πρόλαβε να δώσει ένα χτύπημα στη μέση του αντιπάλου, πριν εκείνος τον αδράξει και κυλιστούν στο πάτωμα. Πάλευαν αγκομαχώντας. Η Σάβη κι ο Σωτήρης κοίταζαν τρομαγμένοι. Η πάλη κράτησεν ώρα κι ήταν άνιση για το δυνατό μα μικρόσωμο μυλωνά, που θα λύγιζε στον επίσης δυνατό, αλλά και γιγαντόσωμο αντίπαλο. Κάποια στιγμή ένοιωσε τα δόντια του Τούρκου να δαγκάνουν για κόψιμο τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού. Τυφλωμένος από τον πόνο και την απόγνωση άρπαξε τον αντίπαλο από τ' αχαμνά, έσφιξε το χέρι του, το στριφογύρισε και τράβηξε μ' όλη του τη δύναμη. Λιποθύμησεν ο Τούρκος οπό τον πόνο. Γρεντώθηκε στό πάτωμα, ασάλευτος. Ο Κουλούσιας έδιωξε τη Σάβη και το παιδί του, κλείδωσε το μύλο, έρριξε τον αναίσθητο - ίσως τον νόμιζε και νεκρό - Τούρκο στό αυλάκι του μύλου, πήρε τον σισιπά κι έφυγε για τα γνώριμα λημέρια του, το πυκνό δάσος στη δεξιά όχθη της Πραμόρτσας, ανάμεσα στα χωριά Φυτώκη, Στιχάζι και Βρούνστα.
 
Έμεινε παράνομος κι επικηρυγμένος πάνω από χρόνο. Κατόπιν, με ενέργειες του Στρέμπεη, αμνηστεύτηκε και ξαναφανερώθηκε, νοικιάζοντας τον μύλο του Λιούρα. Έζησε ένα διάστημα ήσυχος, όσο να τον ανακαλύψει ο Τούρκος από το Ρέζνι, που δεν μπόρεσε να ξεχάσει την ουδετεροποίηση του ανδρισμού του με την τόσο πρωτότυπη επέμβαση, από την οποία επέζησε ανάπηρος καϊ φαρμακωμένος.
 

ΕΠΙΔΡΟΜΕΣ  ΣΤΟ ΜΥΛΟ 

Στό μύλο του Λιούρα για ένα διάστημα ο Κουλούσιας βρήκε την ησυχία του. Οι δουλειές πήγαιναν καλά, γιατί κάνα - δυο χρόνια η παραγωγή ήταν πλούσια κι η θέση του μύλου ευνοϊκή, κοντά οέ παραγωγικά χωριά. Την οικογένεια εδώ κι εφτά χρόνια την έχει στο Κριμίνι, όπου μεγαλώνει ασφαλισμένη ανάμεσα σε πολλούς και δυνατούς συγγενείς. Άλλα τρία παιδιά γεννήθηκαν από τότε που ήρθαν από τη Φυτώκη και σε μερικούς μήνες έρχεται και τέταρτο.
 
Η ζωή του στο μύλο έγινε πια τακτική. Πάτησε τα σαράντα κι η ωριμότητα της ηλικίας δεν επιτρέπει τις αποκοτιές της νειότης. Οι ρευματισμοί επισημαίνουν την παρουσία τους με βασανιστικές σουβλιές στα πόδια κι η φρόνηση επιβάλλει το κόψιμο της ψαρικής. Όλα του τα μεράκια μαζεύτηκαν στο καινούργιο δίκαννο, δικό του καμάρι και καρφί στα μάτια των άλλων κυνηγών. Στό μύλο έχει χωριστό οντά για τον ύπνο με τζάκι, ξύλινο κρεββάτι και αχυρένιο στρώμα. Ένα Τουρκάκι που έχει για βοηθό, του κάνει όλες τις μικροδουλειές. Σάν έρθει το βράδι και πέσει η νύχτα, κλείνει τις πόρτες του μύλου και τϊς ασφαλίζει με τον περάτη. Αφού προγραμματίσει τη δουλειά της νύχτας και ταχτοποιήσει τη σειρά των αλεσμάτων, τρώει το βραδυνό του στον οντά, με το φως δαδιών που τριζοβολάνε στον τρίποδο φεγγίτη. Σάν νυστάξει, πέφτει στο κρεββάτι αφήνοντας τα τελευταία δαδιά να καούν στό φεγγίτη και αποκοιμιέται. Τον νανουρίζουν οι βαρειές μυλόπετρες, καθώς αλέθουν το γέννημα.
 
Ένα πρωινό, όταν μία παρέα Βρουντσιώτες κατέβηκαν στό μύλο για να αλέσουν, δεν τον βρίσκουν στη θέση του κι οι μυλόπετρες άδειες, να γυρίζουν χωρίς γέννημα. Απορημένοι προχώρησαν παραμέσα και τον βρήκαν αναίσθητο οτό κρεββάτι, σκεπασμένο με τη βελέντζα που κοιμόταν. Σ' όλο του το σώμα έχει βαρειά τραύματα. Όπως κοιμόταν, τον χτύπησαν με τσεκούρι χωρίς να βγάλουν τη βελέντζα. Η μεγάλη πληγή στό κεφάλι φαίνεται οτι έγινε με την πρώτη, γιατί τίποτε δεν δείχνει οτι αντέδρασε στην επίθεση. Ίσως αυτό να τον έσωσε, γιατί τον παράτησαν λιπόθυμο, νομίζοντας οτι τον αποτελείωσαν. Το Τουρκάκι το βρήκαν στο αχούρι νεκρό, με το κεφάλι σπασμένο. Φαίνεται οτι το είχαν συνεργό τους κι άφησε ανοιχτή την πόρτα και κατόπι το σκότωσαν για να λείψει η μαρτυρία του.
 
Όταν ξαναγύρισε στό μύλο έμοιαζε με φάντασμα του παλιού του εαυτού. Αδύνατος, χλωμός, με πόνους σ' όλο το σώμα και στις επουλωμένες πληγές. Οι πόνοι των ρευματισμών έγιναν συχνότεροι κι ένας βασανιστικός κεφαλόπονος δεν τον αφήνει το βράδι να κοιμηθεί. Κάνει μόνος του όλες τις δουλειές στο μύλο και πήρε ένα σκύλο για παρέα και φύλακα. Το περήφανο δίκαννο έκαμε φτερά μαζί με άλλα πράγματα, όταν πατήθηκε ο μύλος. Τώρα είναι άοπλος και μαζεύεται νωρίς τα βράδια, φροντίζοντας σχολαστικά για το κλείσιμο κι ασφάλιση των εισόδων. Φοβάται επιδρομή, γιατί η χρονιά ήταν καρπερή κι ο μύλος γεμάτος γεννήματα.
 
Μια νύχτα, όπως καθόταν στον οντά, άγρυπνος από τους κεφαλάπονους, ακούσε το σκύλο να γαυγίζει φοβισμένα. Έσβησε αμέσως το δαδί, άρπαξε τη φορτωτήρα - το μόνο του όπλο - και βγήκε από τον οντά στο μύλο. Λάμψη φωτιάς από τη βαρεία πόρτα της εισόδου τράβηξε την προσοχή του. Κάποιοι έβαζαν αναμμένα δαδιά από τη σκυλόπορτα του μύλου. Άρπαξε τη σκούπα και κάνοντας αέρα τα έσβησε. Μέσα στο σκοτάδι ακούσε πνιχτές ομιλίες και είδε ένα σκοϋρο όγκο να μπαίνει σπρωχτός από τη σκυλόπορτα. Σήκωσε το φορτωτήρα και με όσες δυνάμεις είχε, την κοπάνησε απάνω στο απροσδιόριστο σχήμα. Ένα βογγητό πόνου ακούστηκε. Ήταν το σώμα ενός παιδιού που οι επιδρομείς έμπαζαν στό εσωτερικό του μύλου, για να τους ανοίξει την εξώπορτα. Με το χτύπημα το τράβηξαν έξω και σε λίγο έπαψε ν' ακούγεται κάθε σημάδι παρουσίας τους.
 
Την άλλη μέρα το πρωί ο Κουλούσιας παρέδωσε το μύλο στο αφεντικό του, μάζεψε τα πράγματα του και έφυγε για το Κριμίνι. Έπεσε στο κρεββάτι με πόνους στά πόδια και το κεφάλι. Η γυναίκα του δεν ήξερε τι να πρωτοκοιτάξει. Τα έξη παιδιά που γυρόφερναν στά πόδια της, το βυζανιάρικο στερνοπαίδι ή τον άρρωστο άντρα. Όλο το συγγενολόϊ έτρεξε καί συμπαραστάθηκε. Όταν μετά μερικούς μήνες πέθανε ο Κουλούσιας, τον έκλαψαν όλοι. Ήταν σαρανταδύο χρονών. Ύστερα από χρόνια, όταν ο Θανάσης Κουλούσιας πήγε σαν φωτογράφος στο Τζέπους πώς να τα γράψουμε; 
Και μετά, γυρίζοντας στό γραμματέα, πρόσταξε:
 
Γράφε: Γεώργιος Κουλούσιας του Νικολάου καί της Δεσποίνης, γεννηθείς το 1890 οτό Κριμίνι. Αθανάσιος Κουλούσιας του Νικολάου και της Δεσποίνης, γεννηθείς το 1895 στο Κριμίνι. Τριαντάφυλλος Κουλούσιας γεννηθείς το 1897 στό Κριμίνι. 
Τις ίδιες πάνω - κάτω μέρες, ο πρόεδρος της επιτροπής συντάξεως των Μητρώων Αρρένων στη Φυτώκη υπαγόρευε:
 
Κωνσταντίνος Ρεζνιωτόπουλος του Νικολάου και της Δεσποίνης γεννηθείς το 1887 στη Φυτώκη, Σωτήριος Ρεζνιωτόπουλος του Νικολάου καί της Δεσποίνης, γεννηθείς το 1889 στη Φυτώκη.
Διαβάστηκε 204 φορές Τελευταία τροποποίηση στις Σάββατο, 20 Μαρτίου 2021 16:11

Τελευταία άρθρα από τον/την Θανάσης Κουλούσιας

Συνδεθείτε/εγγραφείτε για να μπορείτε να υποβάλετε σχόλια