Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019 07:46

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Αρθρογράφος:
Βαθμολογείστε το άρθρο
(0 ψήφοι)
×
Δερμόνι = Δερμάτινο κόσκινοΔερμόνι = Δερμάτινο κόσκινο
×
Παλάσκα = Θήκη για φυσίγγιαΠαλάσκα = Θήκη για φυσίγγια
×
Πέτουρο = Χειροποίητο ζυμάριΠέτουρο = Χειροποίητο ζυμάρι
×
Τα ρογκατσάριαΤα ρογκατσάρια: "...με τις Πρωτοχρονιάτικες φορεσιές σ' ένα γραφικό σύνολο..."
×
Σελάχι = Ανδρική ζώνηΣελάχι = Ανδρική ζώνη
×
Τσαπράζι = Αλυσιδωτό επιστήθιο κόσμημαΤσαπράζι = Αλυσιδωτό επιστήθιο κόσμημα
×
Τζιαμαντάνι = Αμάνικο στραυρωτό γιλέκοΤζιαμαντάνι = Αμάνικο στραυρωτό γιλέκο
×
Γιαταγάνι = Κοντό σπαθίΓιαταγάνι = Κοντό σπαθί
×
Γουδί και γουδοχέρι = Σκεύος για τη σύνθλιψη και άλεση ουσιώνΓουδί και γουδοχέρι = Σκεύος για τη σύνθλιψη και άλεση ουσιών

Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

Η πρώτη του νέου έτους που λέγεται και χρονιάρα μέρα είναι μια από τις μεγαλύτερες Χριστιανικές γιορτές με πολλά και γραφικά έθιμα.

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς οι γυναίκες με ανασκουμπωμένες τις φούστες, με τα μαλλιά της κεφαλής δεμένα με μαντήλι για να μην τα τρώει η σκόνη, πλάθουν και χτυπούν το ζυμάρι, το πασπαλίζουν με αλεύρι και μυρουδιές που τις φυλάγουν σε σφιχτοδεμένα πανιά στα βάθη της ντουλάπας και κάνουν τη βασιλόπιττα. Το κάθε πέτουρο το ραντίζουν με λίγδα και σκορπούν επάνω τραχανά. Στη βασιλόπιττα βάζουν και το φλουρί. Στα κτηνοτροφικά σπίτια βάζουν στη βασιλόπιττα και σημάδια για τα ζώα του σπιτιού που τα ονοματίζουν (αυτό είναι για τα βόδια, το άλλο για τα πρόβατα κ.λ.). Τα σημάδια τα φτιάνουν από λεπτό κλωνί δέντρου. Για τα βόδια κάνουν ένα ζυγό, για τα πρόβατα ένα στρογγυλό σημάδι, για τις κότες ένα παρόμοιο μικρότερο. Επίσης κάνουν πίττες και για τους τσιομπαναραίους.

Η φωτιά καίει όλη τη νύχτα στο τζάκι. Όποιος από τούς σπιτικούς ξυπνήσει πρώτος βγαίνει έξω από το σπίτι και ξαναμπαίνει χτυπώντας μ' ένα ξύλο στο πάτωμα και λέει:img020 1954Κριμίνι - Πρωτοχρονιά 1954«Καλή μέρα, καλή χρονιά, αρνιά, κατσίκια, νύφες, γαμπροί, γρόσια, φλουριά, μπιρικέτια», ότι δηλαδή αποτελεί την επιθυμία του σπιτιού.

Η μάνα θα σηκωθεί πρωί και θα φορέσει στο γιό της τα Πρωτοχρονιάτικα τ' άρματα. Την πολύπτυχη, την άσπρη φουστανέλλα καλοδετή στη μέση, το τζιαμαντάνι το χρωματιστό με τα χρυσά τσαπράζια και τ’ ασημένια τα κουμπιά, στα χέρια θα του περάσει τ' άσπρα, τα κεντημένα φαρδομάνικα, στα πόδια τα χολέβια, δεμένα κάτω απ’ το γόνατο με τις παρδαλές, τις μεταξωτές καλτσοδέτες με τις παχειές τις φούντες. Στη μέση μια - δυό παλάσκες, αν λείπει το σελάχι. Και στο κεφάλι του στραβά και τσακιστή τη χρυσοκεντημένη σκουφιά, με τη βαρειά, την κρεμαστή, την ασημένια φούντα. Στο χέρι του κρατεί ο νιος κι ανεμίζει ένα μαχαίρι. Έτσι φορεμένος θα πάει στην εκκλησιά.

Στην πλατεία του χωριού συγκεντρώνονται όλα τα παιδιά ντυμένα τις Πρωτοχρονιάτικες φορεσιές, σ' ένα γραφικό σύνολο, κι αρχίζουν το πρώτο τους τραγούδι:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά κι αρχή το νέον έτος.
Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...

Κι ειν' οι φωνές τους δυνατές, μελωδικές, βγαλμένες από παιδικό λαρύγγι πού λαχταρά σε τέτοιες ώρες για τραγούδι. Με το τραγούδι αυτό ξεκινούν για τα σπίτια του χωριού σκορπίζοντας σε πόρτες φτωχικές και πλούσιες χαρά κι αγάπη. Στα χέρια τους κρατούν τις σιδερένιες και τις ξύλινες μαχαίρες πού τις προβάλλουν στα στήθη των σπιτικών με το τραγούδι:

Για βάλε το χεράκι σου στον αργυρό σου τσέπη
κι αν έχεις γρόσια δός μας τα, φλουριά μην τα λυπάσαι
κι αν έχεις και μονόγροσα κέρνα τα παλληκάρια!

Και παίρνουν τα νομίσματα που τους δίνουν οι σπιτικοί. Στο κάθε σπίτι για να πάρουν το χρηματικό φιλοδώρημα θα πούνε και το σχετικό τραγούδι. Έτσι που το σπίτι έχει νιο αντρόγυνο τραγουδούνε:

Κρατεί ο δέντρος τη δροσιά, κρατεί κι ο νιος την κόρη,
στα γόνατα την έπαιρνε, στα μάτια τη φιλούσε

Εκεί πού έχουν κύρη ανύπαντρη:

Μέσα σε τούτη την αυλή τη μαρμαροστρωμένη
εδώ 'ναι κόρη ανύπαντρη, κόρη 'ραβωνιασμένη!
Την έταξαν το βασιλιά, την έταξαν το ρήγα!
Δεν θέλω εγώ το βασιλιά, δεν θέλω εγώ το ρήγα,
μόν' θέλω τ’ αρχοντόπουλο 'πό μέσα 'πό την πόλη,
να δερμονίζει τα φλουριά, να κοσκινίζ τα γρόσια!

Σ' όλα τα σπίτια, σχεδόν, λένε το τραγούδι του ξενιτεμένου:

Τι να σε στείλω, ξένε μου, τι να σε προβοδήσω;
Να στείλω μήλο; Σέπεται! Κυδώνι; Μαραγκιάζει!
Να στείλω και το δάκρυ μου σ' ένα χρυσό μαντήλι,
το δάκρυ μου ναι καφτερό και καίει το μαντήλι.

Σε όσα σπίτια είναι παιδιά του σχολείου τραγουδούν:

Η μάνα 'πό 'χει τον γιό, τον πονοκανακάρη,
τον έλουζε, τον χτένιζε και στο σχολειό τον στέλνει.
Κι ο δάσκαλος τον καρτερεί με τη χρυσή τη βέργα.
—Παιδί μου, που ν' τα γράμματα, παιδί μου που ν' ο νους σου;
—Τα γράμματά 'ναι στο χαρτί κι ο νους μου πέρα πέρα,
—πέρα, πέρα στις όμορφες, πέρα στις μαυρομάτες!
 
Στο σπίτι όπου υπάρχει νέος αρραβωνιασμένος ή και σε ηλικία γάμου τραγουδούν:

Σαν κίνησεν ο νιούτσικος να πά ν' αρραβωνιάσει
ουδέ τα ρούχα τ έβαλε, κι ουδέ το φερετζέ του
κι ουδέ τ' ασημομάχαιρο π' αξίζει τρεις χιλιάδες!...

Στο σπίτι του παπά τραγουδούν:

Μέσα σε τούτη την αυλή με μάρμαρο στρωμένη
εδώ κοιμάται αφέντης μας με το σταυρό στα χέρια!
Βαριά κοιμάσαι, δέσποτα, βαριά κι αναστενάζεις,
τα μοναστήρια σήμαναν κι οι εκκλησιές διαβάζουν.

Και στο σπίτι του κτηνοτρόφου:

Μέσα σε τούτη την αυλή με μάρμαρο στρωμένη
εδώ 'ναι χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια
και χίλιασαν και μίλιασαν κι έγιναν τρεις χιλιάδες.
Εδώ 'χουν και τον πιστικό τον καγκελοφρυδάτο!..

Έτσι τραγουδώντας γυρίζουν σ' όλα τα σπίτια του χωριού και τα χρήματα που μαζεύουν τα διαθέτουν για κάποιο αγαθοεργό σκοπό.

Το μεσημέρι τους βρίσκει όλους στο Πρωτοχρονιάτικο τραπέζι. Ο κάθε νοικοκύρης καλοστεκούμενος κι ευτυχισμένος ή φτωχός φαμιλίτης στρώνεται με τη φαμιλιά του στο τραπέζι της χαράς και της αγάπης, όπου αχνίζει η βασιλόπιττα. Κι ο αρχηγός της οικογενείας φέρνει το ταψί γύρω τρεις φορές και κόβει τη βασιλόπιττα σε μερίδια ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογενείας. Μερίδιο βγάζουν και για τα απουσιάζοντα μέλη της οικογενείας. Από το μέσον της πίττας κόβουν ένα μερίδιο στρογγυλό για το σπίτι. Έπειτα βγάζει τα μερίδια από το ταψί και τα μοιράζει κατά σειράν ηλικίας στον καθένα. Όποιος βρει το φλουρί θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς και στην τύχη του αποδίδουν την ευημερία ή την κακοτυχία τού σπιτιού για κείνη τη χρονιά. Του δίνουν την ευχή: «να μας βγάλτς καλά». Όποιος βρει το σημάδι των βοδιών θεωρείται κάτοχος αυτών: «είνι θκάμ τα βόδια».
 
Τις απογευματινές ώρες γίνονται ρογκατσιάρια οι άντρες και συγκεντρώνονται στην πλατεία. Φορούν κι αυτοί τη φορεσιά πού φορούν τα παιδιά τις πρωινές ώρες. Με γυριστά γιαταγάνια και πιστόλια στη μέση μοιάζουν δράκοντες που συντροφεύουν άγρυπνοι στον ύπνο το βασιλόπουλο. Ένας απ' όλους είναι παραμορφωμένος. Έχει το πρόσωπο κατάμαυρο, κρατεί ένα γουδοχέρι και κρέμονται απ΄ τη μέση του λογής, λογής κουδούνια. Με τα πηδήματα που κάνει ακούγεται βρόντος δυνατός. Είναι ο ρούγκος. Οι άντρες γυρίζουν όλα τα σπίτια του χωριού τραγουδώντας τ΄ Αϊβασιλιάτικα τραγούδια. Στο κάθε σπίτι εκτός από το χρηματικό φιλοδώρημα τους προσφέρουν λουκάνικα, σουγλιμάδες, φρούτα και κρασί. Άμα γυρίσουν σε όλα τα σπίτια συγκεντρώνονται στην πλατεία και χορεύουν ως τις βράδυνες ώρες οπότε διαλύονται αλληλοευχόμενοι «Χρόνια Πολλά!».
Πηγή: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΙΜΙΝΙΟΥ - 1959
Έχει αναγνωσθεί 150 φορές Τροποποιήθηκε: Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2019 10:20
Συνδεθείτε για να μπορείτε να σχολιάσετε το άρθρο

Search